0

Θέμα και ενδεικτικές απαντήσεις Συνταγματικού Δικαίου,Κατατακτήριες Νομικής Αθηνών 2019

Κατατακτήριες Εξετάσεις Νομικής Σχολής Αθηνών 2019

Συνταγματικό Δίκαιο

Θέμα: Ψηφίζεται από τη Βουλή και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως νόμος, ο οποίος:

-Καθορίζει τον αριθμό των βουλευτών ανά εκλογική περιφέρεια.

-Ορίζει ότι δεν μπορεί να ψηφίσει στις βουλευτικές εκλογές όποιος έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα με τελεσίδικη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.

-Ορίζει ότι προκειμένου ένα κόμμα να εισέλθει στη Βουλή,θα πρέπει να έχει συγκεντρώσει το 8% των έγκυρων ψηφοδελτίων πανελλαδικά.

-Τροποποιεί τις διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής που αφορούν τη συγκρότηση και τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών ομάδων.

-Ορίζει ότι βουλευτής που έχει εκλεγεί με ένα κόμμα,δεν μπορεί κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου να ενταχθεί στην κοινοβουλευτική ομάδα άλλου κόμματος.

-Αναθέτει την εκδίκαση διαφορών που αφορούν τις βουλευτικές εκλογές στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα οι ανωτέρω ρυθμίσεις;

Ενδεικτικές απαντήσεις:

– Το Σύνταγμα προβλέπει δύο ελάσσονες εξαιρέσεις στις οποίες η διοίκηση δρα χωρίς νόμο.Πρόκειται αφενός για τα διατάγματα αναλογισμού των βουλευτικών εδρών και αφετέρου για τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων των υπουργών χωρίς χαρτοφυλάκιο με απόφαση του πρωθυπουργού και των υφυπουργών με κοινή απόφασή πρωθυπουργού και οικείου υπουργού. Και στις δύο περιπτώσεις η κανονιστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας είναι αποκλειστική και δεν συντρέχει με αρμοδιότητα από το νομοθετικό όργανο. Το Σύνταγμα σε αυτές τις περιπτώσεις έχει κατανείμει αρμοδιότητες. Ο νόμος αντίκειται στο αρ. 54 παρ. 2 Σ.
– Εκτός από τα θετικά προσόντα που πρέπει να διαθέτει ένας πολίτης για να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα, δεν πρέπει συγχρόνως να συντρέχει και κάποιο αρνητικό προσόν. Τα αρνητικά προσόντα είναι οι λόγοι που οδηγούν στη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν ή αποκλείουν την απόκτησή του και περιγράφονται στο άρθρο 51 παρ. 3 εδ. β’. Ο κοινός νομοθέτης μπορεί απλώς να εξειδικεύσει τα κριτήρια με βάση τα οποία ελέγχεται η συνδρομή των λόγων αυτών και δεν μπορεί να προσθέσει άλλους. Κατά το αρ. 51 παρ. 3 εδ.β’ Σ προβλέπεται η στέρηση του δικαιώματος της ψήφου ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.
– Τα αντεπιχειρήματα ως προς το την απλή αναλογική ως εκλογικό σύστημα, είναι ισχυρότατα με επίκεντρο ότι δεν προσφέρει ισχυρή κυβερνητική πλειοψηφία και ως εκ τούτου οι εκλογές δεν λειτουργούν ως κύρωση προς την κυβερνητική πλειοψηφία που αποτυγχάνει να λύσει τα προβλήματα.Σήμερα η πραγματική εξουσία δεν ανήκει στο Κοινοβούλιο αλλά στην εκτελεστική, την οποία ο Λαός πρέπει να μπορεί να ελέγχει αποτελεσματικά. Αντίθετα, με την αναλογική, οι πλειοψηφίες στη Βουλή σχηματίζονται μετά τις εκλογές, με διαπραγματεύσεις των κομματικών ηγεσιών, δηλαδή ερήμην του Λαού. Με άλλα λόγια η αναλογική φαλκιδεύει τον έλεγχο της πραγματικής εξουσίας από το Λαό.  Ως αντιστάθμισμα, μπορεί να τεθεί ρήτρα, η οποία να αποκλείει τα ακραία κόμματα και να εξουδετερώνει τις διασπαστικές κινήσεις των μικρών κομμάτων προς τα μεγάλα (όπως στη Γερμανία όπου ισχύει η ρήτρα του 5%). Πλην όμως η ρήτρα του 8% φαίνεται να είναι αρκετά υψηλή ειδικά σε σχέση και με τα σύγχρονα δεδομένα στην Ελλάδα, κυρίως όπως αυτά διαμορφώθηκαν στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, και υπάρχει βάσιμος λόγος να υποστηριχθεί υπέρμετρος περιορισμός της πολιτικής ισότητας.
– Ο ΚτΒ είναι ιδότυπος (sui generis) νόμος και θεμελιώνεται στο αρ. 65 . Ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 76Σ Από τα οριζόμενα προκύπτει και η αυτονόητη συνέπεια ότι κάθε ρύθμιση που περιέχεται στον Κανονισμό ή κάθε τροποποίηση της ρύθμισης αυτής θα έπρεπε κατ’αρχήν να συναρτάται αποκλειστικά και μόνον με τις ανάγκες εσωτερικής λειτουργίας της Βουλής – και γενικότερα της ομαλής λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος – χωρίς να επηρεάζεται από τις επιλογές του κοινού νομοθέτη και να προσαρμόζεται σε αυτές.Η έννοια των ανωτέρω δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, ότι απαγορεύεται στον κοινό νομοθέτη κάθε αναφορά σε εσωτερική διαδικασία της Βουλής ή σε αρμοδιότητες των οργάνων της. Η κοινή νομοθεσία και ο Κανονισμός της Βουλής δεν κινούνται σε δύο διαφορετικούς κόσμους, απόλυτα ανεξάρτητους μεταξύ τους, όπου ο ένας αγνοεί παντελώς τον άλλον. Το πραγματικό περιεχόμενο της αρχής της αυτονομίας της Βουλής, σε σχέση με τον κοινό νομοθέτη, σημαίνει ότι κάθε αναφορά του νόμου σε θέματα εσωτερικής λειτουργίας της Βουλής θα πρέπει να αντιστοιχεί σε διαδικασία ή αρμοδιότητα ήδη προβλεπόμενη από τον Κανονισμό και όχι δια του νόμου για πρώτη φορά ιδρυόμενη. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, και ο Κανονισμός έχει ήδη προβλέψει «ανοικτές» ρυθμίσεις, η συγκεκριμενοποίηση των οποίων επαφίεται στο νόμο, υπό τις προϋποθέσεις, όμως, και στο πλαίσιο που έχει θέσει ο ίδιος ο Κανονισμός της Βουλής.
-Κατά το άρ. 51 παρ. 2 ο βουλευτής είναι ελεύθερος να ψηφίζει σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του κόμματός του αλλά και εναντίον αυτών, χωρίς να μπορεί να υποστεί καμία νομική κύρωση (όπως απώλεια βουλευτικού αξιώματος) ακόμη και εάν προσχωρήσει κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου σε άλλο κόμμα από αυτό με το οποίο εξελέγη. Αυτό κατοχυρώνεται στο άρ. 51 παρ. 2 Σ το οποίο και δεν αναθεωρείται καθώς ανήκει στις διατάξεις που καθορίζουν τη βάση του πολιτεύματος (ελεύθερη εντολή, αντιπροσωπευτικό σύστημα)
 
– Αντίκειται στο αρ. 100 Σ, αρμόδιο είναι το Α.Ε.Δ.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected !!