0

ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 2017-2018

 

 

                          ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ                                                          2017-2018

                                           ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

 

  • Τι γνωρίζετε για την συντιμωρητή πρότερη και συντιμωρητή ύστερη πράξη;
  • Είναι αξιόποινη η απόπειρα ηθικής αυτουργίας;

 

 

 

 

  • Φαινόμενη πραγματική συρροή, έχουμε όταν ο δράστης τελεί με περισσότερες πράξεις περισσότερα εγκλήματα φαινομενικά. Στην πραγματικότητα όμως, θα τιμωρηθεί για ένα έγκλημα που καλύπτει την πράξη και του άλλου. Η φαινόμενη πραγματική συρροή μπορεί να εμφανιστεί σαν: Α Μη τιμωρητή υστέρα πράξη ( ή αλλιώς συντιμωρητή υστέρα πράξη), πχ. Ο Α την τηλεόραση του Β και αργότερα, αφού την έχει υπο την πλήρη κατοχή ρου την σπάει. Η φθορά ξένης ιδιοκτησίας ( το σπάσιμο της τηλεόρασης) δεν θα τιμωρηθεί αυτοτελώς διότι η κλοπή καλύπτει και την πράξη της μεταγενέστερης φθοράς του κλοπιμαίου. Συνεπώς με την ποινή της κλοπής συντιμωρείται και η φθορά που ακολούθησε, διότι ο δράστης κλέβοντας την τηλεόραση έχει σκοπό να την χρησιμοποιήσει σαν δικιά του και ως εκ τούτου, μέσα στις εξουσίες του ‘’κυρίου’’ ενός πράγματος είναι και η φθορά του, η καταστροφή του, η πώλησή του κλπ. (σχέση απορρόφησης)

Β  Μη τιμωρητή προτέρα πράξη (συντιμωρητή προτέρα πράξη) πχ. Ο Α μπαίνοντας       στο σπίτι του Β για να αφαιρέσει έναν πίνακα, μόλις τον ξεκρεμάει από τον τοίχο του φαίνεται ότι δεν θα μπορέσει να τον βγάλει από την πόρτα γιατί είναι μεγάλος και για αυτό τον λόγο σπάει την κορνίζα του για να βγει από την πόρτα, και έτσι φεύγει. Εδώ η φθορά που προηγήθηκε της κλοπής συνιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη της κλοπής (σχέση απορρόφησης), διότι το σπάσιμο της κορνίζας αποτελούσε ένα προ-στάδιο για την ολοκλήρωση της κλοπής, η οποία συνιστά βαρύτερη προσβολή του αγαθού και ως εκ τούτου η φθορά θα συντιμωρηθεί με την κλοπή. Μη τιμωρητή προτέρα πράξη θεωρείται πάντα η απόπειρα σε σχέση με το τελειωμένο έγκλημα (σχέση επικουρικότητας). Πχ. Ο Α πυροβολεί κατά του Β   και αστοχεί (απόπειρα), σημαδεύει όμως καλύτερα και πετυχαίνει το στόχο του να σκοτώσει τον Β. Στην περίπτωση αυτή ο Α θα τιμωρηθεί μόνο για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και όχι για συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας με τελειωμένη ανθρωποκτονία.

 

  • Ηθικός αυτουργός είναι αυτός που προκαλεί σε κάποιον την απόφαση να τελέσει μία άδικη πράξη. Η τιμωρία του ηθικού αυτουργού είναι ίδια με αυτή του φυσικού αυτουργού, διότι ο πρώτος διέπεται από το λεγόμενο «διπλό δόλο». Αφενός μεν επιθυμεί το έγκλημα αφετέρου θέλει να εμπλέξει και το φυσικό αυτουργό. Το κακό που προκαλεί είναι διπλό. Εξ αμελείας ηθική αυτουργία δεν υπάρχει ούτε και για συμμετοχή στο έγκλημα γενικότερα. Εκτός από το δόλο απαιτείται και αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην προτροπή του ηθικού αυτουργού και της πράξης του δράστη. Ο ηθικός αυτουργός πρέπει να απευθύνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Προτροπές του τύπου «κόψε το λαιμό σου να βρεις χρήματα» δεν είναι ηθική αυτουργία.  Απόπειρα ηθικής αυτουργίας όπως και απόπειρα άλλης μορφής  συμμετοχής με τη στενή έννοια (άμεση ή απλή συνέργεια) δεν τιμωρείται. Πχ ο Α προσπαθεί να πείσει τον Κ να χτυπήσει τον Π. Ο Κ αρνείται. Ο Α δεν ευθύνεται για απόπειρα ηθικής αυτουργίας σε σωματική βλάβη.      Η Απόπειρα ηθικής αυτουργίας δεν είναι αξιόποινη πράξη γιατί δεν προβλέπεται από τνόμο(nullumcrimennullapoenasinelege). Σύμφωνα με το άρθρο 186 πκ τιμωρείται όποιος προκαλεί η παροτρύνει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο κακούργημα η πλημμέλημα καθώς και όποιος αποδέχεται τέτοια πρόκληση η προσφορά

 

ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 2017 -2018

                            ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

 

  • Να συγκρίνετε την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και την Στρατιωτική Δικτατορία και να αναφέρετε ελληνικά παραδείγματα. (ΣΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΥΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΕ ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΠΟΥ ΑΦΑΙΡΕΙ ΒΑΘΜΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΠΤΟ ΜΑΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΟΣΑ ΑΝΑΦΕΡΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΑ)

 

(Ενδεικτική Απάντηση-Συνοπτική)

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι τύπος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας . Υφιστανται δύο τύποι κοινοβουλευτικής δημοκρατίας:

α) η βασιλευομενη κοινοβουλευτική δημοκρατία ( πχ Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Σουηδία)

β) Η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία (πχ Ελλάδα, Ισραήλ, Ιταλία)

Ο αρχηγός του κράτους στη βασιλευόμενη είναι κληρονομικός ενώ στην προεδρευόμενη είναι αιρετός και στους δύο τύπους έχει ελάχιστες αρμοδιότητες. Και στους δύο τύπους το κοινοβούλιο έχει τη νομοθετική και εμμέσως την εκτελεστική εξουσία (πρωθυπουργός, κυβέρνηση).

Το κοινοβουλευτικό σύστημα διαμορφώνεται κατά το 18ο αιώνα και παγιώνεται στις αρχές του 19ου αποτελεί δηλαδή μια φάση στην εξέλιξη του αγγλικού πολιτεύματος. Αυτό πρώτα γίνεται κοινοβουλευτικό με την κοινοβουλευτική σχέση και ύστερα δημοκρατικό με την καθολική ψήφο, οπότε ξεφεύγει από τα χέρια των ευγενών των προκρίτων.

Κοινοβουλευτικό σύστημα έχουμε όταν υπάρχει τριγωνική κοινοβουλευτική σχέση ανάμεσα σε τρία ανώτερα όργανα του κράτους : τον αρχηγό του κράτους, τη βουλή και την κυβέρνηση. Τη  βάση του κοινοβουλευτικού συστήματος αποτελεί η υπουργική ευθύνη. Προϋποτίθενται όμως και άλλα δύο στοιχεία, οι αρμοδιότητες του αρχηγού του κράτους αφενός να διορίζει και να παύει τους υπουργούς και αφετέρου να διαλύει τη βουλή. Αυτές οι δύο αρμοδιότητες τον καθιστούν ρυθμιστή του πολιτεύματος. Η τριγωνική κοινοβουλευτική σχέση εκφράζει τα νομικά μέσα αλληλοεπηρεασμου τριών οργάνων, της άμεσα εκλεγμένης βουλής και των δύο ανώτερων οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας. Συγκεκριμένα ο αρχηγός του κράτους διορίζει και παύει την κυβέρνηση και τους υπουργούς αλλά όλες οι πράξεις του χρειάζονται υπουργική προσυπογραφή. Η κυβέρνηση και οι υπουργοί εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της βουλής, αλλά ο αρχηγός του κράτους μπορεί με πρόταση συνήθως του πρωθυπουργού, δηλαδή με προσυπογραφη, να διαλύσει τη βουλή. Ο αρχηγός του κράτους είναι κληρονομικός η αιρετός, αμλλά ακόμα και όταν τον  εκλέγει το κοινοβούλιο, δεν έχει πολιτική ευθύνη ενώπιον του, διότι τέτοια  ευθύνη έχουν οι υπουργοί, ενώ αυτός είναι ανεύθυνος.  Ο ρόλος του είναι απλως ρυθμιστικός, διοτι στο διορισμό του πρωθυπουργού εφαρμόζει συγκεκριμένους κανόνες και διότι η διάλυση της βουλής είναι ουσιαστικά όπλο στα χέρια του πρωθυπουργού.

Η κυβέρνηση ή το υπουργικό συμβούλιο είναι οργανο συλλογικό και γι’ αυτό ο αρχηγός της, ο πρωθυπουργός, από νομική άποψη δεν επικρατεί απολύτως. Την κυβέρνηση χαρακτηρίζει κατά κανόνα κομματική ομοιογένεια που της δίνει πολιτική ενότητα. Η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική του κράτους, κυβερνά με διακριτική ευχέρεια μέσα στα όρια των νομών. Ουσιαστικά κινειακομη και τη νομοθετική εξουσία. Την κυβέρνηση κατά κανόνα αποτελούν ηγετικά κομματικά στελέχη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, οι υπουργοί είναι μέλη του υπουργικού συμβουλίου, αλλά και μονοπρόσωπα διοικητικά όργανα όταν προΐστανται ενός τμήματος της εκτελεστικής εξουσίας, ενός υπουργείου. Η ουσία του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι η αλληλέγγυα ευθύνη των υπουργών, δηλαδή του υπουργείου συλλογικως ενώπιον της βουλής που εκλέγεται με άμεση και καθολική ψηφοφορία. Καθε νέα κυβέρνηση πρέπει να παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή. Οταν η βουλή αποδοκιμάζει την κυβέρνηση, αυτή πρέπει να αποχωρεί από την εξουσία εκτός αν προκαλέσει διάλυση της βουλής από τον αρχηγό του κράτους. Χάρη στη διάλυση, η βουλή δεν απορροφά τη θέλησή της εκτελεστικής. Με τη διάλυση κυβέρνηση αντιστέκεται στη βουλή, από την οποία εξαρτάται. Τελικώς η λαϊκή ετυμηγορία επιβάλλει την ισορροπία.

Η νομική οργάνωση του κοινοβουλευτικού συστήματος ευνοεί μετριοπαθή διακυβέρνηση διότι δημιουργεί δικομματισμό έστω και ατελή, ωθεί προς γνήσιο πολιτικό αγώνα και τίμιες εκλογές, προσφέρει ελευθερία στην αντιπολίτευση και εξασφαλίζει πολιτική ενότητα νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.

Η απαραίτητη κυβερνητική πλειοψηφία στη βουλή για τη λειτουργία του πολιτεύματος και η ανάπτυξη των κομμάτων με την καθολική ψήφο ιδίως των αριστερών μαζικών κομμάτων οδηγεί στην οικειοποίηση και της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας από ένα κόμμα ή ένα συνασπισμό κομμάτων. Με άλλα λόγια όποιο κόμμα πλειοψηφεί στη βουλή εξουσιάζει δύο όργανα στην κοινοβουλευτική σχέση,  ενώ το τρίτο έχει απλώς ρυθμιστικό ρόλο.

Σε αυτό το σχήμα ο πρωθυπουργός που είναι ο αρχηγός της πλειοψηφίας αποκτά πολύ μεγάλη δύναμη. Η υποστήριξη της κοινβουλευτικής πλειοψηφίας προς την κυβέρνηση είναι δεδομένη. Η κυβέρνηση χάνει την εξουσία καταρχήν μόνο αν την αποδοκιμάσει ο λαός στις επόμενες εκλογές ή πολύ σπανία αν διασπαστεί το κόμμα της πλειοψηφίας. Η ιδια  κυβέρνηση μένει στην εξουσία όλη τη βουλευτική περίοδο και ο λαός κρίνει εύκολα το έργο της, δηλαδή το έργο του κόμματος που κυβερνά.  Οι εκλογές λειτουργούν ως κύρωση.

Κοινοβουλευτισμός υπάρχει μονο σε γνήσια δημοκρατικό πολίτευμα, οπου τα κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία.

Ενώ οι λαϊκές μονοκρατιες έχουν ένα και μοναδικό κρατικό κόμμα.

 

 Στρατιωτική δικτατορία:

Όταν το υφιστάμενο πολίτευμα φαίνεται ότι δεν επιβάλλεται και δεν επιλύει τα προβλήματά του κράτους, τότε συχνά καταλαμβάνει την εξουσία ο στρατός που αποτελεί την πιο σύγχρονη πραγματική δύναμη σε κοινωνίες ακόμη υπανάπτυκτες. Μέσα στο στρατό ξεχωρίζει ένας άνδρας και συγκεντρώνει στα χέρια του όλη την εξουσία, αν και δεν αποκλείονται ολιγαρχικά στοιχεία στο πολίτευμα.

Η ισπανική λέξη χούντα σημαίνει επιτροπή. Η στρατιωτική δικτατορία διαφέρει από την προσωρινή, διότι δεν την προβλέπουν κανόνες δικαίου και έχει χαρακτήρα μόνιμο, από την τυραννίδα, διότι το αυθαίρετο στοιχείο εμφανίζεται ως συνέπεια προσπάθειας εκσυγχρονισμού, και από τη λαϊκή μονοκρατορία, διότι η ιδεολογική οργάνωση των μαζών είναι περιορισμένη. Τα όρια μεταξύ αυτών των μορφών μονοκρατορίας είναι ενίοτε ρευστά.

Η στρατιωτική δικτατορία είναι συχνά υποκατάστατο της παραδοσιακής απόλυτης μοναρχίας όταν αυτή θεωρείται πλέον ξεπερασμένη. Η στρατιωτική δικτατορία εμφανίζεται πολύ συχνά στη λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Μπορεί να ανατρέπει και παραδοσιακή μοναρχία, όπως η δικτατορία του Κεμάλ που θεωρείται διεθνώς υπόδειγμα βίαιου εκσυγχρονισμού αρχαϊκής κοινωνίας. Ενίοτε τον δικτάτορα διαδέχεται ο γιος του όπως τον Ασαντ στη Συρία κάτι που θυμίζει παραδοσιακή μοναρχία.

 

 

ΕΛΛΑΔΑ -ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

 

 

 

Η πρώτη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας (1864-1909)

Οι συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές εξελίξεις ενίσχυσαν το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα, ούτως ώστε οι διαρκείς απολυταρχικές τάσεις του Όθωνα όχι μόνο να μην είναι πλέον ανεκτές, αλλά και να υπονομεύουν την ίδια του τη βασιλεία. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1862, πολίτες και στρατός της Αθήνας εξεγέρθηκαν και προκάλεσαν την έκπτωση του ιδίου και της δυναστείας των Wittelsbach. Η επανάσταση αυτή σηματοδότησε την κατάλυση της συνταγματικής μοναρχίας και τη μετάβαση στο πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας με μονάρχη, πλέον, τον Δανό πρίγκιπα Γεώργιο – Χριστιανό – Γουλιέλμο της δυναστείας Schleswig – Holstein –Sønderburg – Glücksburg, ο οποίος ορκίσθηκε τον Οκτώβριο του 1863 ως Γεώργιος Α΄ «Βασιλεύς των Ελλήνων». Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (Οκτώβριος 1862 – Οκτώβριος 1863), της μεσοβασιλείας όπως έγινε γνωστή, το σύστημα διακυβέρνησης που ίσχυσε ήταν το σύστημα της κυβερνώσας Βουλής, το οποίο λειτούργησε για πρώτη και τελευταία φορά στη συνταγματική μας ιστορία.

Το Σύνταγμα του 1864, προϊόν της «Β΄ εν Αθήναις Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως» που ακολούθησε τη λαϊκή εξέγερση, περιλάμβανε 110 άρθρα, ήταν επηρεασμένο από τα συντάγματα του Βελγίου (1831) και της Δανίας (1849) και έμελλε να ισχύσει (με τις αναθεωρήσεις του 1911 και του 1952) για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του νέου καταστατικού χάρτη της χώρας ήταν ότι επανέφερε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 και διείπετο από τη δημοκρατική και όχι τη μοναρχική αρχή, δηλαδή αναγνωριζόταν πλέον το έθνος, ο ελληνικός λαός, και όχι ο μονάρχης, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας. Ακόμη, καθιέρωσε, μεταξύ άλλων, την αρχή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας η οποία θα διεξήγετο και θα διενεργείτο ταυτοχρόνως σε όλη την επικράτεια, το σύστημα της μιας (μονήρους) Βουλής τετραετούς θητείας, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ενώ κατήργησε τη Γερουσία. Παραλλήλως, υιοθέτησε αρκετές από τις διατάξεις του Συντάγματος του 1844, προέβλεψε, όμως, επιπλέον, τη δυνατότητα σύστασης από τη Βουλή «εξεταστικών των πραγμάτων επιτροπών». Επίσης, ο βασιλιάς διατήρησε το δικαίωμα να συγκαλεί τακτικώς και εκτάκτως τη Βουλή όπως και να τη διαλύει κατά την κρίση του, αλλά το περί διαλύσεως Διάταγμα έπρεπε να είναι προσυπογεγραμμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο. Τέλος, παρά το γεγονός ότι η πρόταση για υποχρέωση του στέμματος «όπως λαμβάνη τους υπουργούς εκ των Βουλών» απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία, η κατοχύρωση του δημοκρατικού χαρακτήρα του νέου πολιτεύματος, πέραν της καθιέρωσης για πρώτη φορά των δικαιωμάτων που ήδη αναφέρθηκαν, δεν άργησε να εκδηλωθεί με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο.

Συγκεκριμένως, με τον λόγο του Θρόνου στις 11 Αυγούστου 1875, και χάρη στο πολιτικό κύρος του Χαρίλαου Τρικούπη, καθιερώθηκε ατύπως η Αρχή της Δεδηλωμένης, η οποία, μεταβάλλοντας τη σχέση στέμματος και λαϊκής αντιπροσωπείας και προσδίδοντας άλλη ουσία στο όλο σύστημα της οργάνωσης των εξουσιών, νομιμοποίησε ουσιαστικώς την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος στη χώρα. Βάσει της αρχής της «δεδηλωμένης» ο βασιλιάς είχε υποχρέωση να διορίζει την Κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψη του τη θέληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, όπως όριζαν η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και το πνεύμα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Η διάταξη, επομένως, του Συντάγματος κατά την οποία «ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού» τέθηκε σε περιορισμό, καθώς η κυβέρνηση όφειλε να λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Η δεύτερη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας και η ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας (1911-1924)

 

Το Σύνταγμα του 1864 υπήρξε μακρόβιο και ίσχυσε χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές έως το 1911, οπότε οι έντονες πιέσεις για πολιτικές, διοικητικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, που οδήγησαν στο «στρατιωτικό κίνημα» στο Γουδί (1909) και την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, επέβαλαν την αναθεώρησή του.

Οι σημαντικότερες μεταβολές που επέφερε η αναθεώρηση του 1911 ήταν η ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών («το Δημόσιον Δίκαιο των Ελλήνων» κατά την ορολογία της εποχής) και του κράτους δικαίου, και ο γενικότερος εκσυγχρονισμός των θεσμών. Οι σημαντικότερες αλλαγές σε σχέση με το Σύνταγμα του 1864 στο επίπεδο της προστασίας των ατομικών ελευθεριών ήταν η ενίσχυση της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας, η μείωση από το 30ό στο 25ο του ορίου ηλικίας των εκλόγιμων βουλευτών, η φορολογική ισότητα, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του απαραβιάστου της κατοικίας. Ταυτοχρόνως, αναβαθμίσθηκε ο ρόλος της Βουλής, ενισχύθηκαν οι εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, επανιδρύθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας και ανατέθηκε ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών σε ειδικό δικαστήριο, το Εκλογοδικείο, καθιερώθηκαν για πρώτη φορά η υποχρεωτική και δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και, τέλος, προβλέφθηκε απλούστερη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.

Ο εθνικός διχασμός, ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα των συνεχών συγκρούσεων της πολιτικής ηγεσίας με το παλάτι, η μικρασιατική καταστροφή και η μεταβολή των γεωπολιτικών συνθηκών στη νοτιοανατολική Ευρώπη καθώς επίσης και η έλευση των προσφυγικών πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο, οδήγησαν στην επανάσταση του Σεπτεμβρίου 1922 και, τελικώς, στην εγκαθίδρυση αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος. Με την αποφασιστική συμβολή του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, η «Δ΄ εν Αθήναις Συντακτική Συνέλευσις» κατήργησε, στη συνεδρίαση της 25ης Μαρτίου 1924, τον βασιλικό θεσμό και ανακήρυξε την αβασίλευτη δημοκρατία.

 

Η τρίτη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας (1952-1967) και η δικτατορια του 1967

Η δεύτερη δικτατορία Κονδύλη, η δικτατορία Μεταξά, τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής και ο εμφύλιος πόλεμος μετέβαλαν τις κοινωνικοπολιτικές ισορροπίες σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, με συνέπεια τη διακοπή της προσδοκώμενης «κοινοβουλευτικής ωρίμανσης». Η εξέλιξη των κοινοβουλευτικών θεσμών, επανήλθε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του ’50, μετά και από την ατυχή κατάληξη, το 1948, της αναθεωρητικής διαδικασίας της Επιτροπής του Β΄ Ψηφίσματος.

Το Σύνταγμα του 1952 αποτελούνταν από 114 άρθρα και, λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που επικράτησαν κατά την κατάρτισή του, υπήρξε συντηρητικό και σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένο στα συνταγματικά κείμενα του 1864 και του 1911. Βασικές καινοτομίες του ήσαν η ρητή καθιέρωση του Κοινοβουλευτισμού σε καθεστώς βασιλευομένης δημοκρατίας και η κατοχύρωση, για πρώτη φορά, στις Ελληνίδες του δικαιώματος ψήφου και υποβολής υποψηφιότητας για το βουλευτικό αξίωμα. Ταυτοχρόνως, αντιμετώπιζε συντηρητικώς τα ατομικά δικαιώματα, την εκπαίδευση και τον Τύπο.

Διαρκούσης της ισχύος του Συντάγματος του 1952, το Φεβρουάριο του 1963 κατατέθηκε πρόταση ευρείας αναθεώρησης του Συντάγματος από την κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε τελικώς, λόγω της παραίτησης της κυβέρνησης και της διάλυσης της Βουλής μετά από λίγους μήνες. Αρκετές ωστόσο από τις προτάσεις που περιείχε αυτή η πρόταση αναθεώρησης ανευρίσκονται στο Σύνταγμα του 1975.

Η επτάχρονη, τέλος, στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου (1967-1974) ψήφισε δύο συνταγματικά κείμενα, το 1968 και το 1973, εκ των οποίων μάλιστα το τελευταίο προέβλεπε την αβασίλευτη μορφή του πολιτεύματος. Τα συνταγματικά αυτά κείμενα είχαν αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά, ήταν εξαιρετικώς συντηρητικής νοοτροπίας και δεν εφαρμόσθηκαν.

 

Η καθιέρωση της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και το Σύνταγμα του 1975

Με την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, τον Ιούλιο του 1974, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας έθεσε ως πρώτο στόχο της την εδραίωση της Δημοκρατίας και επανέφερε εν μέρει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, με εξαίρεση τις διατάξεις που αφορούσαν τον βασιλέα. Τις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές (17 Νοεμβρίου 1974) και το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος (8 Δεκεμβρίου 1974), το οποίο απέβη υπέρ του πολιτεύματος της αβασίλευτης δημοκρατίας, ακολούθησε το Σύνταγμα του 1975. Το Σύνταγμα αυτό, μολονότι ψηφίσθηκε τελικώς μόνο από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, συγκέντρωσε σταδιακώς κατά την εφαρμογή του την ευρύτερη δυνατή αποδοχή εκ μέρους των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Ο νέος καταστατικός χάρτης της χώρας εισήγαγε το πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, περιείχε εξαρχής ευρύ κατάλογο ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις των καιρών και παραχωρούσε σημαντικές εξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίες του επέτρεπαν να παρεμβαίνει αποφασιστικώς στη ρύθμιση της πολιτικής ζωής. Το κράτος δικαίου προστατευόταν αποτελεσματικώς, ενώ προβλεπόταν και η συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς και – εμμέσως – στην τότε ΕΟΚ.

Η πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (1986)

Τον Μάρτιο του 1986, συμφώνως με το άρθρο 110 του Συντάγματος, ένδεκα άρθρα αναθεωρήθηκαν και ψηφίσθηκε η μεταφορά του κειμένου του Συντάγματος στη δημοτική γλώσσα. Με την αναθεώρηση αυτή οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίσθηκαν σε σημαντικό βαθμό. Παρά την πολιτική και συνταγματική ένταση της περιόδου εκείνης, το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1975/1986, εισάγοντας ένα αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, εφαρμόσθηκε κατά τρόπο που εξασφάλισε στη χώρα κοινοβουλευτική σταθερότητα και ομαλή πολιτική ζωή.

Η δεύτερη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2001)

Την άνοιξη του 2001 ψηφίσθηκε μια νέα, πολύ πιο εκτεταμένη αυτή τη φορά, αναθεώρηση του Συντάγματος και, μάλιστα, σε κλίμα κατά κανόνα συναινετικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την τροποποίηση μεγάλου αριθμού διατάξεων του Συντάγματος, η αναθεώρηση έγινε αποδεκτή, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, από τα τέσσερα πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, και, επομένως, ο όρος «συναινετική αναθεώρηση» αποδίδει την πολιτική πραγματικότητα.

Το αναθεωρημένο Σύνταγμα εισήγαγε νέα ατομικά δικαιώματα (όπως, π.χ., την προστασία της γενετικής ταυτότητας ή την προστασία από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων), νέους κανόνες διαφάνειας στην πολιτική ζωή (χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων, προεκλογικές δαπάνες, σχέσεις των ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης με το Κράτος κ.ά.), προσάρμοσε στην πραγματικότητα τα σχετικά προς την ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα κωλύματα και ασυμβίβαστα με λήψη υπόψη της νομολογίας του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, εκσυγχρόνισε και αναδιοργάνωσε τις λειτουργίες της Βουλής, ανήγαγε σε συνταγματικό θεσμό τις καίριας σημασίας ανεξάρτητες αρχές, προέβη σε εκτεταμένη μεταρρύθμιση στο πεδίο της Δικαιοσύνης και ενίσχυσε το αποκεντρωτικό σύστημα της χώρας.

Η τρίτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2008)

Το Σύνταγμα του 1975 αναθεωρήθηκε για τρίτη φορά το 2008 σε περιορισμένο αριθμό διατάξεών του. Μεταξύ των διατάξεων που έγιναν δεκτές, είναι η κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, που είχε θεσπισθεί με την αναθεώρηση του 2001, η προσθήκη των νησιωτικών και ορεινών περιοχών της χώρας στη μέριμνα του κοινού νομοθέτη και της Διοίκησης όταν πρόκειται για τη θέσπιση αναπτυξιακών μέτρων, η πρόβλεψη της δυνατότητας της Βουλής να υποβάλλει, υπό προϋποθέσεις, προτάσεις τροποποίησης επί μέρους κονδυλίων του προϋπολογισμού, αλλά και η πρόβλεψη ειδικότερης διαδικασίας ως προς την παρακολούθηση από τη Βουλή της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

    ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

                                     2017-2018

                                  ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

Το   Σωματείο Σ ορίζει στο καταστατικό του ότι μπορεί να αναθέτει σε μέλη Της Διοίκησης Του την κατάρτιση συμβάσεων για την πώληση και την μεταβίβαση των ακινήτων του. Το  Διοικητικό Συμβούλιο αναθέτει στον Π, ο οποίος είναι μέλος της διοίκησης , να πωλήσει και να μεταβιβάσει την κυριότητα ακινήτου σε πιθανούς αγοραστές. Ο Π συνάπτει προσύμφωνο με τον Α με το οποίο τα μέρη συμφωνούν να καταρτίσουν την οριστική σύμβαση για την πώληση και την μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου για 150000 Ευρώ στις 1/2/2018 ,υπό τον όρο να έχει εξασφαλίσει ο Α την έγκριση δανείου από κάποια τράπεζα Τ.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

1ο: Με ποια ιδιότητα λειτουργεί ο Π; Μεταξύ ποιων μερών έχει συναφθεί το προσύμφωνο;

2ο: Έπρεπε το προσύμφωνο να περιβληθεί τύπο;

3ο: Πως χαρακτηρίζεται ο όρος που τέθηκε στο προσύμφωνο; Τι θα συμβεί στην περίπτωση που ο Α μέχρι τις 1/2/2018 δεν έχει εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα Τ;

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

1o Ερώτημα: Ο Π λειτουργεί ως καταστατικό όργανο του Σωματείου Σ που εκφράζει την βούλησή του σύμφωνα με τα άρθρα 67 ΑΚ – 68 ΑΚ – 70 ΑΚ  (οργανικό κριτήριο) , η δε σχέση Του Σωματείου Σ και Της Διοίκησής Του καθώς και η σχέση Του Σωματείου Σ με τον Π αποτελούν ιδιόρρυθμη ενοχική συμβατική σχέση που ΠΡΟΣΟΜΟΙΑΖΕΙ με την αντιπροσώπευση και την εντολή δυνάμει εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 68 ΑΚ. Εκ των ανωτέρω ειρημένων συνάγεται ότι Το Σωματείο Σ και ο Α αποτελούν τα συμβαλλόμενα μέρη του προσυμφώνου.

2ο Ερώτημα: Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 158 ΑΚ-159 ΑΚ -166 ΑΚ -180 ΑΚ -369 ΑΚ προκύπτει ότι για την σύσταση προσυμφώνου μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου ,όπως στην περίπτωση του πρακτικού ,απαιτείται, με ποινή απόλυτης ακυρότητας,  ο συστατικός τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

3ο Ερώτημα: Ο όρος που τέθηκε στο προσύμφωνο αποτελεί αναβλητική αίρεση δυνάμει του άρθρου 201` ΑΚ και στην περίπτωση που ο Α μέχρι τις 1/2/2018 δεν έχει εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα Τ  το υφιστάμενο ,προσύμφωνο υπό αναβλητική αίρεση του πρακτικού, θεωρείται ,κατά πλάσμα δικαίου, ότι  ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΚΑΤΑΡΤΙΣΘΗΚΕ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                  

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected !!