0

ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ 2017-2018

ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ

ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

1)Τι γνωρίζετε για την έννοια και τις προϋποθέσεις του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως και πως αντιμετωπίζεται το ζήτημα αν ο αμυνθείς έχει υποχρέωση να προσφέρει βοήθεια στον επιτιθέμενο ο οποίος έχει  εξουδετερωθεί από την δικαιολογημένη τέλεση της αμυντικής πράξης αλλά εξαιτίας αυτής διατρέχει κίνδυνο ζωής;.

2)Τι γνωρίζετε για τους τρόπους κίνησης της ποινικής δίωξης και για τις συνέπειες της κίνησης της ποινικής δίωξης;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:(Α) Μη γνήσιο έγκλημα παράλειψης λέγεται εκείνο του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στο γεγονός ότι ο δράστης παρέλειψε να αποτρέψει την επέλευση αποτελέσματος αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το κάνει (εγκλήματα ενέργειας που τελούνται με παράλειψη) ΠχΗ μητέρα που υποχρεούται να διατρέφει το νεογέννητο παιδί της, αν το αφήσει νηστικό για να πεθάνει τελεί το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (299 ΠΚ) με παράλειψη. To ερώτημα στα μη γνήσια εγκλήματα παράλειψης είναι το πότε ο δράστης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει αυτό που παρέλειψε και ως εκ τούτου να τελει αξιόποινη πράξη.Σύμφωνα με το άρθρο 15 ΠΚ όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, ημηαποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Οι πηγές από τις οποίες μπορεί να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση είναι :

-ο νόμος ή σύμπλεγμα κανόνων δικαίου δλδ ο δράστης έχει από το νόμο την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει και δεν το έκανε.

– οιειδικές σχέσεις του δράστη με το θύμα. Οι σχέσεις αυτές μπορούν να πηγάζουν είτε από σύμβαση είτε από σχέσεις εμπιστοσύνης.

– η προγενέστερη ενέργεια του δράστη. Πχ Ο οδηγός αυτοκινήτου που τραυματίζει τον παίζω και τον εγκαταλείπει αβοήθητο.

Ο δράστης στο μη γνήσιο έγκλημά παράλειψης δεν παρεμποδίζει την επέλευση αποτελέσματος, παρά το γεγονός ότι όφειλε να πράξει τούτο. Η πράξη δηλαδή του τελευταίου συνιστά παράβαση καθήκοντος αποτροπής αποτελέσματος.

(Β) Η Αμυντική Πράξη αποτελεί το δεύτερο χρονικό στάδιο της άμυνας. Η αμυντική πράξη έχει δε τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

– Προσβάλλει έννομα αγαθά του επιτιθέμενου και όχι τρίτου. Αν η αμυντική πράξη προσέβαλε και έννομα αγαθά τρίτου, ο οποίος ήταν αμέτοχος στην επίθεση, το άδικο της προσβολής αυτής αιρεται λόγω κατάστασης ανάγκης που δημιουργήθηκε από την επίθεση.

– Η προσβολή να είναι αναγκαία για την υπεράσπιση από την επίθεση. Σύμφωνα με τη διάταξη 22 περ 3 ΠΚ, το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από:

—το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης

— το είδος της απειλούμενης βλάβης

— τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και

— τις λοιπές περιστάσεις

Ο νόμος συγχωρεί την άμυνα ακόμα και όταν ο αμυνόμενος μπορούσε να σωθεί με τη φυγή διότι το δίκαιο δεν πρέπει να υποχωρεί ποτέ μπροστά στο άδικο.

Αν υπήρχαν περισσότεροι τρόποι άμυνας συγχωρείται και η επιλογή ακόμη και του δυσμενέστερου,αρκεί να ήταν αναγκαίος για την υπεράσπιση του αμυνόμενου από την άδικη επίθεση. Αν όμως δεν ήταν αναγκαία τότε έχουμε υπέρβαση της άμυνας διότι ο αμυνόμενος έπρεπε να αμυνθεί με τον ηπιότερο τρόπο.

Μέσα στα κριτήρια που θέτει ο νόμος για τον προσδιορισμό του αναγκαίου μέτρου της άμυνας είναι και το είδος της απειλούμενης βλάβης. Από  αυτό το κριτήριο συνάγεται ότι η βλάβη που επάγεται στον επιτιθέμενο δεν πρέπει να είναι αφόρητα δυσανάλογη από εκείνη που απειλήθηκε με την επίθεση. Πχ ο Α τραβάει το αυτί του Β και ο Β αμυνόμενος του προκαλεί βαριά σωματική βλάβη. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε υπέρβαση των ορίων της άμυνας (23 ΠΚ).

Με τον όρο«λοιπες περιστάσεις» στο άρθρο 22 παρ. 3 ΠΚ εννοούνται ενδεικτικά:

ο τοπος  της επίθεσης, ο χρόνος της επίθεσης και κάθε άλλο στοιχείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση για να κριθεί η πράξη του αμυνόμενου.

  • Γνώση της αμυντικής κατάστασης από το δράστη σχετικά με το θέμα αν πρέπει ο αμυνόμενος για να αρθει ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του, να γνωρίζει ότι βρίσκεται σε κατάσταση άμυνας ή αρκεί το γεγονός ότι αντικειμενικά βρίσκεται σε άμυνα χωρίς και να το γνωρίζει. Κατά την κρατούσα άποψη αρκεί ότι η αμυντική πράξη κατευθύνεται αντικειμενικά κατά του επιτιθέμενου και δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει ο αμυνόμενος ότι τελεί σε άμυνα.

 

Υπέρβαση της άμυνας: Σύμφωνα με το άρθρο 23 εδ α ΠΚ, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται:

  • αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση με ποινή ελαττωμένη(άρθρο 83ΠΚ)
  • αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν.

Όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας που θέτει το άρθρο 22 παρ 3 ΠΚ, η πράξη του παραμένει άδικη και τιμωρείται. Μάλιστα κατά της πράξεις που συνιστά υπέρβαση της άμυνας συγχωρείται άμυνα καθόσον η πρώτη σαν άδικη πράξη συνιστά επίθεση.

Υπαίτια κατάσταση άμυνας: Σύμφωνα με το άρθρο 24 ΠΚ δεν απαλλάσσεται από την ποινή που ορίζει ο νόμος, όποιος με πρόθεση προκάλεσε την επίθεση άλλου για να διαπράξει εναντίον του αξιόποινη πράξη με το πρόσχημα της άμυνας.Στην περίπτωση της υπαίτιας άμυνας η συμπεριφορά του αμυνόμενου προβοκάτορα δεν είναι νόμιμη καθόσον σκόπιμα έχει προκαλέσει ο δράστης στην επίθεσή με απώτερο σκοπό την τέλεση αξιόποινης πράξης πρόκειται δηλαδή για πράξη (η δήθεν αμυντικη πράξη) παράνομη στην αιτία της (actio illicita in causa).

 

Στην περίπτωση της νομιζομενης άμυνας εφαρμόζεται η διάταξη της πραγματικής πλάνης (30 ΠΚ) δηλαδή ο δράστης Α νομίζει ότι πλήττοντας τον Β ενεργει αμυντική πράξη ενώ στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο(άγνοια η εσφαλμένη αντίληψη πραγματικού περιστατικού). Στην περίπτωση αυτή αποκλείεται ο δόλος του Α. Αν η συμπεριφορά του κρίνεται αμελής θα τιμωρειτο για σωματική βλάβη εξ αμελείας.

 

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:Οι τρόποι κίνησης της ποινικής δίωξης όταν ο εισαγγελέας λάβει τη μήνυση, την εγκληση η  την αναφορά,αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 43 ΚΠΔ, κατά το οποίο η ποινική δίωξη κινείται: (Α) με παραγγελία του εισαγγελέα για προανάκριση, (Β) με παραγγελία του εισαγγελέα για κυρία ανάκριση και (Γ) με εισαγωγή της υπόθεσης με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιού δικαστηρίου όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα κινει την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση η προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Αν εχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση η υπάρχει πόρισμα η έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή ΔημόσιαςΔιοίκησης η Σώματος ηΥπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του νόμου 3074 / 2002  και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί ποινική δίωξη τοτε μπορεί να μην διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση.

Παραγγελία για κυρία ανάκριση θα δώσει ο εισαγγελέας όταν πρόκειται για κακουργήματα(Αν στο κακούργημα δεν διενεργηθεί κύρια ανάκριση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη νόμιμης κίνησης της ποινικής δίωξης-αρθρο 171 παρ.1 εδ β)και όταν πρόκειται για πλημμελήματα στα οποία κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο κατά το άρθρο 282. Παραγγελία για προανάκριση θα δώσει ο εισαγγελέας σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

Τα αποτελέσματα της κίνησης της ποινικής δίωξης:

  • Το μηανακλητο της ποινικής δίωξης σημαίνει ότι όταν ο εισαγγελέας ασκησει την ποινική δίωξη ξεφεύγει η υπόθεση από τα χέρια του και δεν μπορεί να ανακαλέσει την ποινική δίωξη έστω και αν ανακάλυψε ότι κακώς διώξε τη συγκεκριμένη πράξη.Αν λοιπόν κινηθεί η ποινική δίωξη και αρχίσει η ποινική δίκη, η τελευταία παύει μόνο με την έκδοση απόφασης ή απαλλακτικού βουλεύματος (άρθρα 370, 310)
  • Καθορίζεται το αντικείμενο της ποινικής δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θα τεθούν στην κρίση του δικαστηρίου προς διαλεύκανση. Επομένως, η πράξη οποία διώχθηκε και μόνο αυτή πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο της ποινικής δίκης.
  • Η εκκρεμοδικία σημαίνει ότι αν κινηθεί ποινική δίωξη για ένα έγκλημα, δημιουργείται δικονομικό κώλυμα για τη δημιουργία και άλλης δίκης για την ίδια πράξη.
  • Το αμετάβλητο της τοπικής αρμοδιότητας σημαίνει ότι μετά την έναρξη της ποινικής δίωξης η μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής του κατηγορουμένου δεν επηρεάζει την κατά τόπο αρμοδιότητα των ανακριτικών υπαλλήλων και του δικαστηρίου(Άρθρο 122 παρ.1 ΚΠΔ)
  • Κατά τον Ανδρουλάκη, συνεπεία της άσκησης ποινικής δίωξης είναι και ότι εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η ποινική δίωξη αποκτά την ιδιότητα του κατηγορουμένου (άρθρο 72 ΚΠΔ).

 

ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2017-2018 ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

 

Ο Κλέων υπόσχεται 10.000 € στο δημοσιογράφο Χ για να γράψει ένα συκοφαντικό άρθρο εναντίον του πολιτικού του αντίπαλου Νικία.

  • Μπορεί ο Χ να απαιτήσει το ποσόν;
  • Εάν ο Κλέων καταβάλει το ποσό στον Χ, μπορείνα το ζητήσει πίσω εάν ο Χ δεν γράψει το άρθρο;
  • Στην παραπάνω περίπτωση(2)ο Κλεων άσκησε αγωγή εναντίον του Χ για το ποσό των 10.000 € και η αγωγή συζητήθηκε με παρουσία των δύο διαδίκων και των δικηγόρων τους.Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή. Τι από τα παρακάτω μπορεί να ασκήσει ο Κλεων πουπαραπονείται για την απόφαση και για ποιό λόγο;

Α) Αναίρεση;

Β) έφεσή;

Γ)αίτηση ανάκλησης;

Δ)ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής;

Ε) ανακοπή ερημοδικίας;

Ήταν υποχρεωμένος ο Κλεων να χρησιμοποιήσει δικηγόρο στην πρωτοβάθμια δίκη ή αν ήθελε θα μπορούσε να έχει παρασταθεί και μόνος του;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

1)Δεν δύναται ο Χ να απαιτήσει το ποσόν διότι πρόκειται περί παράνομης συμφωνίας, εφόσον προσκρούει στο νόμο (διάδοση ψευδών συκοφαντικών ειδήσεων) και στα χρηστά ήθη(Αρθρο 174 ΑΚ και 178 ΑΚ)

 

2) Παροχή για αιτία παράνομη υπάρχει όταν η παροχή καταβάλλεται προς ορισμένο σκοπό ο οποίος αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Παροχή για αιτια ανήθικη είναι η παροχή, ο σκοπός της οποίας αντίκειται στα χρηστά ήθη. Η παρανομία δεν συνιστά πάντα και ανηθικότητα, γεγονός που έχει σημασία για την εφαρμογή της ΑΚ 907 η οποία εφαρμόζεται μόνο αν η αιτία είναι και ανήθικη. Σύμφωνα με την ΑΚ 907 παρ. 1 αποκλείεται αξίωσή αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους του δότη, αν η ανηθικότητα αφορά κι αυτόν.Κατά μείζονα λόγο γίνεται δεκτό ότι αποκλείεται όταν η ανηθικότητα αφορά μόνον αυτόν.Συνεπώς ο Κλέων δεν μπορει να αξιώσει επιστροφή του καταβληθεντος ποσού με τις διαταξεις του αδικαιολογητου πλουτισμου.Σύμφωνα τέλος με την ΑΚ 907 παρ.2 η πρώτη παράγραφος δεν εφαρμόζεται, αν η παροχή συνίσταται σε συνομολόγηση υποχρεωσης.Δηλαδή αν ο ανηθικος  δοτης μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση την οποία συνομολόγησε. Αλλά αν προέβη σε καταβολή για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, υπάρχει επάνοδος στον κανόνα της ΑΚ 907 παρ. 1 και δεν μπορεί να αναζητήσει τα καταβληθέντα.

3) Εφεση -τακτικο ενδικο μεσο-κατά της πρωτοδικης οριστικης αποφασης

 

Βάσει του άρθρου 94 ΚΠολΔ παρ. 1 Στα  πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο

Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδικου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο μόνο α) στο ειρηνοδικείο, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορές και β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος (94 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η αγωγή του Κλεωνα εκδικαστηκε σε πρωτο βαθμό στο ειρηνοδικειο.  Η απαιτηση αφορουσε στο ποσο των 10.000 Ευρώ, δεν κατατάσσεται στις μικροδιαφορες (έως  5000 € θεωρείται μικροδιαφορα). Επομενως όφειλε να παρασταθει με πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν μπορουσε μόνος του.

 

ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2017-2018

ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ,ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

1)Τι είναι κυβερνητικέςπράξεις;

 

2) Τι είναι η ενδικοφανής προσφυγή;

 

 

 

 

 

ΟΙ κυβερνητικές πράξεις είναι παρόμοιες με τις διοικητικές πράξεις και διαφέρουν μόνο στο ότι δεν υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο όπως ορίζεται στο άρθρο 45 παρ. 5 πδ18/89 και συνεπώς εάν ασκηθεί κατ’ αυτών  αίτηση ακύρωσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η θεωρία του διοικητικού δικαίου δεν έχει θέσει συγκεκριμένα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μιας πράξης ως κυβερνητικής. Ο μοναδικός αρμόδιος για τον χαρακτηρισμό αυτό είναι το ίδιο το ΣτΕ. Από τον μακρύ κατάλογο των πράξεων που μέχρις στιγμής έχουν χαρακτηριστεί ως κυβερνητικές από το ΣτΕ μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κυβερνητική είναι μια διοικητική πράξη η οποία έχει έντονα πολιτικό χαρακτήρα (και για τον λόγο αυτό το ΣτΕ δεν επιθυμεί να εμπλακεί) και η οποία

Α) είτε άπτεται των σχέσεων εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας (πχ διάταγμα που διαλύει την Βουλή ή πράξη διορισμού Υπουργού)

Β) είτε άπτεται των διεθνών σχέσεων (κύρωση διεθνών συνθηκών 36Σ) και της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της χώρας (διάταγμα που καθιστά τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας 48Σ).

Το γεγονός ότι οι κυβερνητικές πράξεις εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου δεν σημαίνει ότι εξ’ αυτών δεν θεμελιώνεται αστική ευθύνη του Δημοσίου στην περίπτωση που εκδίδονται κατά παράβαση του Συντάγματος,των νομοθετικών πράξεων που τις προβλέπουν και του κοινοτικού δικαίου. Σε αντίθετη περίπτωση,θα υπήρχε κενό δικαστικής προστασίας των διοικουμένων έναντι των κυβερνητικών πράξεων, κατά παράβαση του άρθρου 20Σ.

 

 

 

 

 

Ενδικοφανής προσφυγή ( 45 παρ. 2 πδ18,89 και 63 παρ. 3-6 ΚΔΔ)

Η ενδικοφανής προσφυγή διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες διοικητικές προσφυγές στο ότι αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος (δηλ. αν προβλέπεται ενδικοφανής προσφυγή και η άσκησή της δεν προηγηθεί του ενδίκου βοηθήματος, τότε το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο)μόνο, όμως εφόσον η Διοίκηση τηρήσει την υποχρέωση ενημέρωσης. Πιο συγκεκριμένα, σε περίπτωση που προβλέπεται η άσκηση ενδικοφανούς  προσφυγής, η Διοίκηση οφείλει να ενημερώσει τον διοικούμενο είτε στο σώμα της προσβαλλόμενης πράξης είτε σε έγγραφο κοινοποιήσεως ως προς τα παρακάτω σημεία:

  1. Ότι κατά της πράξης προβλέπεται ενδικοφανής προσφυγή
  2. Το όργανο ενώπιον του οποίου θα την ασκήσει
  3. Την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να την ασκήσει
  4. Εάν προβλέπεται ενδικοφανής διαδικασία σε 2 βαθμούς, τότε η πρωτοβάθμια ενδικοφανής απάντηση πρέπει να ενημερώνει για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής σε 2ο βαθμό.

Εάν δεν τηρηθεί αυτή η υποχρέωση ενημέρωσης, η ενδικοφανής προσφυγή δεν αποτελεί προϋπόθεση παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος χωρίς να ερευνάται από το Δικαστήριο το ζήτημα αν ο διοικούμενος έλαβε γνώση της υποχρέωσης τήρησης του ενδικοφανούς σταδίου με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Ενημέρωση που δεν περιλαμβάνει όλα τα ως άνω στοιχεία εξομοιώνεταιμε μη ενημέρωση.Αν στην διοικητική πράξη γίνεται εσφαλμένως αναφορά ότι προβλέπεται ενδικοφανές στάδιο, με αποτέλεσμα ο διοικούμενος να το τηρήσει και να ασκήσει τελικώς εκπρόθεσμα το σχετικό ένδικο βοήθημα, τότε το ένδικο  βοήθημα θεωρείται ότι έχει ασκηθεί εμπροθέσμως.

Η δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής πρέπει να προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου η οποία να προσδιορίζει το ενδικοφανές όργανο ενώπιον του οποίου ασκείται η προσφυγή, την προθεσμία άσκησης και ότι γίνεται έλεγχος και ουσίας και νομιμότητας.(Προθεσμία έκδοσης απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής αρ. 25 παρ. 2 ΚΔΔιαδ, 45 παρ. 2 εδ  β’ πδ 18/89 και 63 παρ. 4 ΚΔΔ 3μηνο ή ειδικότερη προθεσμία. Οι ρητές απαντήσεις αναφορικά με ενδικοφανεις προσφυγές έχουν ΠΑΝΤΑ εκτελεστό χαρακτήρα. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία απαντήσεως τεκμαίρεται σιωπηρά απόρριψη. Ως αιτιολογία της σιωπηρής απόρριψης θεωρείται η αιτιολογία της προσβληθείσας με τηνπροσφυγή πράξης.

Σε αντίθεση με τα ισχύοντα στην ειδική προσφυγή, στην ενδικοφανή προσφυγή η προθεσμία απαντήσεως είναι ενδεικτική (όχι αποκλειστική) και έτσι η άπρακτη πάροδός της δεν καθιστά το ενδικοφανές όργανο χρονικά αναρμόδιο και δεν το εμποδίζει να απαντήσει.

Στην περίπτωση της ενδικοφανούς προσφυγής σε αντίθεση με την ειδική, το ένδικο βοήθημα μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς και πριν την συμπλήρωση της προθεσμίας απαντήσεως του ενδικοφανούς οργάνου και τη στοιχειοθέτηση της σιωπηρής απόρριψης, με την προϋπόθεση όμως ότι η σιωπηρή απόρριψη θα έχει στοιχειοθετηθεί  μέχρι την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος  ( 45 παρ. 4 εδ γ  πδ18/89 και 63 παρ. 5 ΚΔΔ).

Η ενδικοφανής απάντηση ενσωματώνει την αρχική πράξη και είναι πλέον η μόνη που μπορεί να προσβληθεί με το οικείο ένδικο βοήθημα.

Δικονομικές συνέπειες

Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής επέρχεται μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, που σημαίνει ότι μεταφέρεται η αποφασιστική αρμοδιότητα για την υπό κρίση υπόθεση στο ενδικοφανές όργανο. Δηλαδή, το όργανο το οποίο εξέδωσε την πράξη κατά της οποίας ασκήθηκε η ενδικοφανής προσφυγή, δεν μπορεί πλέον να επανέλθει για την υπό κρίση υπόθεση όσο ακόμα διαρκεί το ενδικοφανές στάδιο. Ακόμη, οι λόγοι που επικαλείται ο διοικούμενος στην ενδικοφανή προσφυγή θα καθορίσουν και το αντικείμενο της δίκης που θα ανοίξει το ένδικο βοήθημα που τυχόν θα ασκηθεί κατά της ενδικοφανούς απάντησης, μόνο όμως από την άποψη των πραγματικών περιστατικών. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί ο διοικούμενος να προβάλλει στο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν προέβαλε με την ενδικοφανή προσφυγή του.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected !!