0

2ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ 2019

2ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ 2019

Ο Α κάτοικος Αμερικής και ιδιοκτήτης ενός ακινήτου στην Αθήνα , παρέσχε πληρεξουσιότητα στον αδερφό του Β ,προκειμένου ο τελευταίος να τον αντιπροσωπεύσει κατά την πώλησή του και κατ’ ελεύθερη κρίση. Ο Α θεωρεί ότι το ακίνητο αυτό είναι εκτός σχεδίου και ότι δεν έχει σημαντική αξία ,ενώ ,στην πραγματικότητα , αυτό έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλης και είναι μεγάλης αξίας ,η οποία μάλιστα συνεχώς αυξάνεται λόγω του θεσμού της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Για την αγορά του ακινήτου ενδιαφέρεται ο Γ και ο Β καταρτίζει μαζί του σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου για ποσό 250000 Ευρώ , όπως αναγράφεται στην σύμβαση ,ουσιαστικώς δε για ποσό 400000 Ευρώ ,όπως συμφωνούν εκτός συμβάσεως. Πράγματι ο Γ καταβάλει στον Β σε μετρητά 150000 Ευρώ ( ποσό που δεν αποδίδει στον Α ) και σε τραπεζικό λογαριασμό του Α , όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο που συντάσσεται , το εμφανές τίμημα των 250000 Ευρώ.

Όταν ο Α μαθαίνει τα παραπάνω ,ασκεί αγωγή κατά των Β και Γ , ζητώντας σωρευτικώς: 1) Να αναγνωρισθεί ότι η πληρεξουσιότητα που παρέσχε στον Β ήταν προιόν ουσιώδους πλάνης του περί των ιδιοτήτων του ακινήτου ,που αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει ,δεν θα προέβαινε στην πώλησή του και μάλιστα για το ποσό των 250000 Ευρώ ,λόγος για τον οποίο ζητεί τώρα να ακυρωθεί η πληρεξουσιότητα ,κατ’επέκταση και η σύμβαση μεταβίβασης και να του αποδοθεί το ακίνητο. Ο Γ αντιτάσσει ότι στο πρώτο αίτημα ότι η γνώση του ή άγνοια της αξίας του ακινήτου πρέπει να κριθεί στο πρόσωπο του Β και όχι του Α , ώστε η προς τον Γ μεταβίβαση να μην ακυρωθεί λόγω πλάνης , επιπλέον δε ότι η τυχόν ακύρωση της πληρεξουσιότητας δεν τον αφορά ,διότι ,σε κάθε περίπτωση ,αυτός απέκτησε και μετέγραψε προτού ακυρωθεί τελεσίδικα και σημειωθεί στα βιβλία μεταγραφών η σχετική ακύρωση.

1ο ΕΡΩΤΗΜΑ: Αξιολογείσtε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς.

2) Να αναγνωρισθεί ότι η συμφωνία πώλησης αφενός μεν είναι προιόν απάτης των Β και Γ εναντίον του η οποία την καθιστά άκυρη ως ανήθικη , αφετέρου δε ότι πάσχει από εικονικότητα περί το τίμημα και γι’αυτό είναι άκυρη συνεπεία της συμφωνίας για το τίμημα.

2ο ΕΡΩΤΗΜΑ: Αξιολογείσθε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς.

3) Επί της αγωγής εκδίδεται τελεσίδικη απόφαση στις 10-2-2019. Ο Β ερημοδικεί στο Εφετείο. Η απόφαση επιδίδεται από τον Α μόνο στον Γ στις 20-2-2019 και αυτός ασκεί αναίρεση στις 5-3-2019.

3ο ΕΡΩΤΗΜΑ: Σχολιάσθε το παραδεκτό αυτής.

4) Στην αναίρεση ο Γ προβάλλει ως λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ και την εσφαλμένη κρίση του Εφετείου ως προς την εικονικότητα του τιμήματος ,ήτοι την παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

4ο ΕΡΩΤΗΜΑ: Σχολιάσθε τον ισχυρισμό.

…………………………………………………………………………………………………

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

1ο ΕΡΩΤΗΜΑ: Σύμφωνα με το άρθρο 214 Του Αστικού Κώδικα τα ελαττώματα της βούλησης και η γνώση ή άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στην δικαιοπραξία θα κριθούν στο πρόσωπο του αντιπροσώπου Β και επομένως ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου Γ είναι νόμω και ουσία βάσιμος. Ίδια απάντηση αρμόζει σχετικά και με το νόμω και ουσία βάσιμο του ισχυρισμού του εναγομένου Γ ότι αυτός (δηλαδή ο Γ) μετέγραψε την προσβληθείσα με ακυρωσία σύμβαση πριν την καταχώριση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης περί ακυρωσίας της στο βιβλίο μεταγραφών του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου δυνάμει συνδυαστικής εφαρμογής των άρθρων 180-184-1203-1204 Του Αστικού Κώδικα.

2ο ΕΡΩΤΗΜΑ: Από το πρακτικό μας προκύπτει ότι απαραδέκτως ,κατ’άρθρο 218 Του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο ενάγων Α σωρεύει στο ίδιο δικόγραφο 3 αγωγές ερειδόμενες στις ,αντιφατικές μεταξύ τους ,διατάξεις των άρθρων 147επ.ΑΚ-178 και 179 ΑΚ-138 ΑΚ και για τον λόγο αυτό Το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως θα διατάξει τον χωρισμό εκδίκασης αυτών, κατ’εφαρμογή του άρθρου 218 παράγραφος 2 Του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

3οΕΡΩΤΗΜΑ: Οι εναγόμενοι Β και Γ ,σύμφωνα με το άρθρο 76παράγραφος 1 Του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθίστανται ανακαίοι ομόδικοι ,η εμπρόθεσμη δε άσκηση αναίρεσης του παρασταθέντος εναγομένου Γ Στο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 564 ΚΠΟΛΔ , θα λειτουργήσει ευνοικά και για τον ερημοδικούντα αναγκαίο ομόδικό του Β στο Εφετείο , δυνάμει εφαρμογής του άρθρου 76παράγραφος 4 Του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

4ο ΕΡΩΤΗΜΑ: Εφόσον Το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη αμφιβολίας ή κενού για τυχόν ανάγκη εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 Του Αστικού Κώδικα στην σύμβαση που εξέτασε.Η κρίση του αυτή καθίσταται κρίση περί τα πράγματα και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά και επομένως ο σχετικός αναιρετικός λόγος του Γ ,ερειδόμενος στην περίπτωση 1 του άρθρου 559 Του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, θα απορριφθεί ως απαράδεκτος Από Τον Άρειο Πάγο .

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΨΑΡΡΟΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected !!